20 Μαΐου 2024

Μέσα από τον πόνο και την θλίψη δοκιμάζεται η πίστη μας

«Δύνασθε πιεῖν τό πο­τήριον ὅ ἐγώ πίνω καί τό βάπτισμα ὅ ἐγώ βα­πτί­ζομαι βαπτισθῆναι;» (Μαρκ. 10.38)

Πλησιάζουμε πρός τή Μεγάλη Ἑβδομάδα καί τό Πά­θος τοῦ Κυρίου μας καί ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς προε­τοιμάζει μέ τό σημερινό εὐαγγε­λικό ἀνάγνωσμα γιά τά μεγάλα καί κοσμοσωτήρια γεγονότα, τά ὁποῖα καλούμεθα νά ζήσουμε. Μᾶς προετοιμάζει μέ τρό­πο ἀνάλογο μέ αὐτόν, μέ τόν ὁποῖο προετοίμαζε καί ὁ Χριστός τούς μα­θητές του, πρίν ἀπό τό πάθος του, καί συγχρόνως ἐφιστᾶ τήν προσοχή μας, γιά νά μήν ὑποκύψουμε στόν πειρασμό, στόν ὁποῖο ὑπέπε­σαν οἱ δύο μαθητές του. Διότι, ἐνῶ ὁ Διδάσκαλός τους τούς ἔλεγε τί ἐπρόκειτο νά συμβεῖ καί τί ἐπρό­κειτο νά ὑπομείνει γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, δύο ἀπό τούς πιό στενούς του μαθητές, ζητοῦσαν νά τούς ὑποσχεθεῖ ὅτι, ὅταν θά ἔρθει στή δόξα του, αὐτοί θά καθίσουν δίπλα του.

Οἱ δύο μαθητές δέν εἶχαν λάβει ἀκόμη τή χά­­ρη τοῦ ἁγίου Πνεύ­μα­τος, καί γι᾽ αὐτό δέν μποροῦσαν νά κατανοήσουν τό νόημα τῶν λόγων τοῦ Διδασκάλου τους, καί ἔτσι ἀντέδρασαν, θά λέγαμε, μέ κοσμικό τρόπο στά λεγόμενα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ ἀπάντη­σή του ὅμως προσπαθεῖ νά τούς ἐπαναφέρει στήν πραγματικότητα. «Δύ­να­σθε πιεῖν τό πο­τή­ριον ὅ ἐγώ πίνω καί τό βάπτισμα ὅ ἐγώ βα­πτί­ζομαι βαπτισθῆναι;» Μπορεῖτε νά πιεῖτε τό ποτήριο πού πίνω ἐγώ καί νά βαπτισθεῖτε τό βάπτισμα πού βαπτίζο­μαι; ρωτᾶ ὁ Χριστός, ἐν­­­νοώντας τό πικρό πο­τήριο τῆς ὀδύνης καί τοῦ πόνου καί τό βά­πτι­σμα τοῦ αἵματος καί τοῦ μαρτυρίου τό ὁποῖο θά λάμ­βα­νε μέ τή σταύ­ρωσή του.

Οἱ μαθητές του νόμιζαν ὅτι ἡ ἀγά­πη πού ἔδειξαν στό πρό­σωπό του, ἀκολουθώντας τον ἐπί τρία χρόνια, ἦταν ἀρ­­κετή γιά νά τούς ἐξα­σ­φα­λί­σει μία προνομιακή θέση δίπλα στόν οὐ­ρά­νιο θρό­νο τοῦ Κυρίου, καί γι᾽ αὐτό τή ζητοῦν μέ τόν ἴδιο τρόπο πού καί ἐμεῖς ζητοῦμε πολλές φορές ἀπό διά­φορα ὑψηλά πρόσωπα νά μᾶς ἐξασφαλίσουν μία πλεονεκτική θέ­ση κοντά τους, χωρίς νά σκε­φτό­μαστε ἐάν δια­θέ­­­τουμε τά ἀπαι­τού­με­να προσόντα γι᾽ αὐτήν.

Τό ἐρώτημα τοῦ Ἰησοῦ πρός τούς μαθητές του δέν ἀπαντᾶ μόνο ἔμ­με­σα σ᾽ αὐτούς, ἀλλά δίνει μία ἀπά­ντηση καί σέ ὅ­λους ἐμᾶς γιά τά κρι­τή­ρια τοῦ Θεοῦ. Γιατί καί ἐμεῖς πολ­λές φορές πι­στεύ­ουμε, κάτι ἀνά­λο­γο μέ αὐτό πού πί­στευ­αν οἱ μαθητές του. Νο­μί­ζουμε ὅτι ἡ πί­στη στόν Χριστό εἶναι κάτι ἁπλό καί εὔκολο, πού ἐξαντλεῖται σέ μία ἐπι­φανειακή θρησκευτι­κό­τητα, πού ἀρκεῖται σέ πρά­ξεις τυπικῆς εὐσε­βεί­ας, πού συχνά ἀνα­μι­­γνύετ­αι καί μέ στοι­χεῖα πού δέν ἔχουν κα­μία σχέση μέ τόν χρι­στιανισμό. Νομίζουμε ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά περά­σου­με αὐτή τή ζωή ἄνετα ἔχοντας τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ζωή τοῦ ἀ­λη­θινοῦ χριστιανοῦ προϋ­ποθέ­τει ὅμως καί τόν πόνο καί τή θλίψη. «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἔχετε ἀλ­λά θαρ­σεῖτε, ἐγώ νενί­κηκα τόν κόσμον», μᾶς προ­ει­δοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός.

Θλίψη καί πόνος εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο δοκιμάζεται ἡ γνησιό­τητα τῆς πίστε­ώς μας, εἶναι ὁ τρό­πος μέ τόν ὁποῖο δοκιμά­ζε­ται ἡ στα­θερότητα καί ἡ ἀντοχή της, εἶναι ἡ δική μας δη­λαδή συμμε­το­χή στό πά­­θος τοῦ Κυρίου, γιά τήν ὁποία κάνει σήμερα λόγο ὁ Χρι­στός στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Καί τό βλέπουμε αὐτό καί στή ζωή τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ὑπέμειναν καί κόπους καί πόνους καί διωγμούς καί μαρτύρια γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ μέ σταθερότητα καί καρτερία καί ἁγιάσθηκαν δι᾽ αὐτῶν.

Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς θά πρέπει νά ζοῦ­με σύμφω­να μέ τό θέλημά του, ὑπομέ­νοντας μέ πίστη καί ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοιά του ὅ,τι καί ἐάν ἀντιμετωπίσουμε στή ζωή μας, καί νά ἀφήνουμε στά χέρια του καί τό παρόν καί τό μέλλον μας. Ὁ Θεός ἐν­διαφέρεται γιά ἐμᾶς πε­ρισ­σότερο ἀπό ὅ,τι μπο­ροῦμε νά φα­ντα­­σθοῦμε καί ἐνεργεῖ πάντο­τε μέ κριτήριο τό ἀληθινό καί αἰώνιο συμ­φέρον μας. Ἐνεργεῖ τά πάντα κινούμενος ἀπό ἀγάπη γιά μᾶς, ἀπό τήν ἀγάπη πού τόν ἔφε­ρε μέχρι τοῦ Σταυ­ροῦ καί τοῦ θανάτου, γιά νά ἐξασ­φαλίσει καί σέ μᾶς τή βασιλεία τῶν οὐ­ρα­νῶν. Καί ἐλπίζουμε ὅτι θά μᾶς τήν χαρίζει, ἄν καί ἐμεῖς ἀγωνιζόμεθα καί προσπαθοῦμε νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημά του καί ζητοῦμε τό ἔλεός του.

 Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων