8 Αυγούστου 2022

Εκπαίδευση: Αναγκαία η λήψη μέτρων για την ελαχιστοποίηση των ανισοτήτων

Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι αντικειμενικές και αμερόληπτες, αλλά απαιτούν προετοιμασία και εκμάθηση των ιδιαίτερων τεχνικών για την εξασφάλιση υψηλών επιδόσεων σε ένα αρκετά φορμαλιστικό πλαίσιο εξετάσεων. Οι τεχνικές διδάσκονται σε φροντιστήρια ή σε ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν διαβαθμίσεις σε σχέση με την ποιότητα των υπηρεσιών και το κόστος, και απαιτούν ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό για τις οικογένειες.

Πρέπει να ληφθούν κοινωνικά μέτρα για την ελαχιστοποίηση των ανισοτήτων μέσα από κοινωνικές πολιτικές υποστήριξης των μη προνομιούχων μαθητών. Οι τελευταίοι μπορεί να προέρχονται από οικογένειες με οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, να ζουν σε απομονωμένες και αποστερημένες περιοχές (συχνά στον αγροτικό χώρο), να έχουν περιορισμένο οικογενειακό πολιτισμικό κεφάλαιο και να βιώνουν ποικίλους πολιτισμικούς ή ψυχολογικούς φραγμούς. Υπάρχουν παιδιά από αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες που διαθέτουν υψηλές δεξιότητες και δυνατότητες, οι οποίες στην πορεία εξανεμίζονται στη δίνη ενός φορμαλιστικού εξεταστοκεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος που απαιτεί στοχοπροσήλωση, πειθαρχία, ψυχική και συναισθηματική ανθεκτικότητα.

Το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να αναπτύξει αποτελεσματικό μηχανισμό ενισχυτικής μάθησης στο πλαίσιο της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τους μη προνομιούχους μαθητές. Αυτός ο θεσμός πρέπει να αξιοποιήσει τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών παρέχοντας εξειδικευμένες εκπαιδευτικές υπηρεσίες σε μαθητές που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες οικονομικές ή και μαθησιακές δυσκολίες. Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να αξιοποιηθούν εκπαιδευτικές πλατφόρμες τηλεδιασκέψεων, που θα απευθύνονται σε ειδικές ομάδες φοιτητών σε απογευματινές ώρες ως συμπληρωματική ενισχυτική διδασκαλία.

Ο μηχανισμός αυτός μπορεί να γίνει περισσότερο αποτελεσματικός μέσα από τη συστηματική συμβουλευτική και τον επαγγελματικό προσανατολισμό των υποψηφίων με τη συμβολή εξειδικευμένων και καλά καταρτισμένων διδασκόντων και ειδικών (π.χ. ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, κοινωνιολόγων της εκπαίδευσης). Απώτερος στόχος είναι η ενδυνάμωση των μαθητών που παρουσιάζουν αδυναμίες στη μαθησιακή διαδικασία, η ενίσχυση βιωματικών πρακτικών μάθησης συμβατών με τα habitus των παιδιών των λαϊκών στρωμάτων, και η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και μάθησης που φέρνει κοντά τα παιδιά με τους κόσμους της γνώσης και της επιστήμης. Χρειαζόμαστε, παράλληλα, έναν εθνικό σχεδιασμό για τη διασφάλιση της πρόσβασης στην ψηφιακή τεχνολογία για όλους τους μαθητές σε όλα τα σχολεία και την καταπολέμηση του ψηφιακού αναλφαβητισμού.

Αναμφίβολα η πιο σημαντική αλλαγή που απαιτεί μακροχρόνιο σχεδιασμό και διακομματική συναίνεση είναι η αναπροσαρμογή του τρόπου εξέτασης των υποψηφίων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και η έμφαση σε ποιοτικές διαστάσεις, όπως είναι η κριτική γνώση και ο αναστοχασμός. Οι μαθητές πρέπει να κρίνονται και από την ικανότητά τους να θέτουν προβληματισμούς, να αμφισβητούν, να συγκροτούν επιχειρήματα, να πειραματίζονται και να είναι ανοικτοί σε νέες κοσμοθεωρήσεις και επιστημονικές γνώσεις. Η έμφαση πρέπει να είναι περισσότερο στην ποιότητα και τις μεθόδους διδασκαλίας, καθώς επίσης και στο κατάλληλο διαμορφωμένο εκπαιδευτικό υλικό, και λιγότερο στην ποσότητα της διδακτέας ύλης. Ενα άλλο σχολείο περισσότερο συμπεριληπτικό, δίκαιο και ανοικτό μπορεί να επιτελέσει μια σημαντική κοινωνική αποστολή: να λειτουργεί ως ένας ουσιαστικός μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

* Ο κ. Γιάννης Ζαϊμάκης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης.