Αρχική > > Κηρύγματα > «Παρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λαίας» (Κυριακή Β΄Ματθαίου – 21.6.2020)

«Παρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λαίας» (Κυριακή Β΄Ματθαίου – 21.6.2020)

Ἡ ση­με­ρινὴ Εὐ­αγ­γε­λικὴ πε­ρι­κοπή, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζει τὴ σκηνὴ ποὺ Χρι­στὸς ἀ­να­ζη­τεῖ καὶ κα­λεῖ τοὺς πρώ­τους μα­θη­τές Του «παρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λαίας», μέσα σὲ ἕνα πε­ρι­βάλ­λον κα­θη­με­ρινὸ καὶ ἁ­πλὸ. Οἱ πρῶ­τοι στοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ μό­χθου, γνή­σιοι, ἀλη­θι­νοί, ἀ­νε­πι­τή­δευ­τοι καὶ ὁ­πωσ­δή­ποτε μὲ δι­α­φο­ρε­τικὴ ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σία με­ταξύ τους.

Ὁ Θεὸς μᾶς κα­λεῖ στὴν ὕ­παρξη, ἐ­πειδὴ μᾶς ἀ­γαπᾶ, πρὶν ἀ­κόμη μᾶς δη­μι­ουρ­γή­σει, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς γνω­ρί­ζει, πρὶν μᾶς φέ­ρει στὴν ζωή. Αὐ­τὸς ποὺ μᾶς καλεῖ εἶ­ναι ὁ Λό­γος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χρι­στός. Δὲν μᾶς κα­λεῖ στὴν ὕ­παρξη, γιὰ νὰ γεν­νη­θοῦμε καὶ νὰ πε­θά­νουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζή­σουμε καὶ νὰ σω­θοῦμε, δη­λαδὴ γιὰ νὰ ἑ­νω­θοῦμε μαζί Του σὲ μιὰ ἀ­τέ­λει­ωτη ζωή. Ἡ κλήση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἕνα μυστή­ριο, ἔργο τοῦ θε­λή­μα­τος καὶ τῆς πρό­γνω­σης τοῦ Θεοῦ «οὐχ ὑ­μεῖς με ἐ­ξε­λέ­ξα­σθε, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐ­ξε­λε­ξά­μην ὑ­μᾶς».

Αὐτὸ τὸ κά­λε­σμα ἀ­πευ­θύ­νε­ται στὸν κάθε ἄν­θρωπο ξε­χω­ρι­στά, μὲ δι­α­φο­ρε­τικὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ κοινὸ σκοπό τὴν βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ. Ὅ­ταν ὁ Θεὸς μᾶς δι­α­λέ­γει καὶ μᾶς ἐ­κλέ­γει, ὅ­ταν Ἐ­κεῖ­νος μᾶς κα­λεῖ, σέ­βε­ται τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τητα τῆς προσωπι­κό­τη­τάς μας. Δὲν πα­ρα­βλέ­πει τὸ γε­γο­νὸς ὅτι ὁ κα­θέ­νας ἀπὸ ἐ­μᾶς εἶ­ναι μο­να­δι­κὸς καὶ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτος. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἐ­λευ­θε­ρία μας, δὲν μᾶς ἰ­σο­πε­δώ­νει καὶ δὲν μᾶς ἐ­ξι­σώ­νει μὲ ἄλ­λους.

Μέσα ὅ­μως στὸ μυ­στή­ριο τῆς Ἐκ­κλη­σίας κα­λού­μα­στε νὰ χω­ρέ­σουμε ὅ­λοι, κλει­στοὶ καὶ ἀ­νοιχ­τοὶ τύ­ποι χα­ρα­κτή­ρων, πρό­σχα­ροι καὶ σο­βα­ροί, ἐ­πι­ει­κεῖς καὶ αὐ­στη­ροί, εὐ­αί­σθη­τοι καὶ δυ­να­μι­κοί, ὅ­ποιοι καὶ ἂν εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, ὅ­ποιοι καὶ ἂν εἶ­ναι οἱ ἄλ­λοι, οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ ἀπὸ ἐ­μᾶς. Οἱ μα­θη­τὲς δέ­χθη­καν ἀ­μέ­σως τὴν κλήση τοῦ Χρι­στοῦ, ἀν­τα­πο­κρί­θη­καν αὐ­θόρ­μητα καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­τικά. Γι­ατὶ ἆ­ραγε; Ἐ­πειδὴ ἦ­ταν κα­λο­προ­αί­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι. Ἡ ἀ­πάν­τησή τους στὴν κλήση τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν πράξη προ­θυ­μίας καὶ ὑ­πα­κοῆς. Ἐμ­πι­στεύ­θη­καν τὸν Χρι­στὸ καὶ πα­ρα­δό­θη­καν στὸ θέ­λημά Του καὶ στὴν ἀ­γάπη Του.

Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι πάντα κα­θαρὰ προ­σω­πική. Ἀγ­γί­ζει τὸ κέν­τρο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, τὸν πυ­ρήνα τῆς ὕ­παρ­ξής μας. Ὁ λό­γος τοῦ Χρι­στοῦ δὲν εἶ­ναι φι­λο­σο­φία οὔτε ἀ­κα­τα­νό­ητη θε­ο­λο­γία, ὅ­πως, δυ­στυ­χῶς, κά­ποτε τὸν με­τα­ποιοῦμε ἀνού­σια ἐ­μεῖς. Ὁ λό­γος τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­χει πάν­τοτε ἀ­με­σό­τητα μὲ τὰ ἐν­δι­α­φέ­ροντα καὶ τὴν ζωὴ τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦμε ὅτι στοὺς ἀ­κρο­α­τές Του, ποὺ σκέ­πτον­ται τὸν θε­ρι­σμό, ὁμιλεῖ γιὰ τὸν πνευ­μα­τικὸ θε­ρι­σμό. Στὴν Σα­μα­ρεί­τιδα ποὺ πῆγε γιὰ νερὸ στὸ πη­γάδι, κά­νει λόγο γιὰ τὸ «ὕ­δωρ τὸ ζῶν». Στοὺς ψα­ρά­δες ποὺ τοὺς ἀ­πα­σχο­λεῖ ἡ ἐρ­γα­σία τους, γιὰ μία δι­α­φο­ρε­τικὴ πα­ρά­δοξη καὶ θαυ­μα­στὴ ἁ­λι­εία.

«Οἱ δὲ ἀ­φέν­τες ἅ­παντα ἠ­κο­λού­θη­σαν τὸν Χρι­στό». Ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τὰ πάντα καὶ ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν Χρι­στό. Δὲν ἦ­ταν μὲ κα­νέ­ναν καὶ μὲ τί­ποτε στὸν κό­σμο τόσο δε­μέ­νοι ὅσο μπό­ρε­σαν νὰ δε­θοῦν μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ νὰ πα­ρα­δο­θοῦν στὴν ἀ­γάπη Του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅ­ποιος ἀ­κο­λου­θεῖ πρα­γμα­τικὰ τὸν Χρι­στὸ δὲν προ­τρέ­χει οὔτε στέ­κε­ται μα­κριά του, ἀλλὰ ἀ­πο­δε­σμεύ­ε­ται ἀπὸ πρό­σωπα, πρά­γματα καὶ κα­τα­στά­σεις καὶ ζεῖ μιὰ και­νούρ­για πρα­γμα­τι­κό­τητα. Βι­ώ­νει τὴν ἐ­σω­τε­ρικὴ ἐ­λευ­θε­ρία, ποὺ πηγά­ζει ἀπὸ τὴν ἀ­κλό­νητη πί­στη καὶ βε­βαιότητα ὅτι ἔ­χει βρεῖ τὴν ἀ­λή­θεια ποὺ ἐλευ­θε­ρώ­νει ἀπὸ ὅλα ὅσα κα­θη­με­ρινὰ τὸν πε­ρι­κυ­κλώ­νουν. Πρά­γματι, ὅσο ὡ­ρι­μά­ζουμε καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­νό­μα­στε ἐ­σω­τε­ρικά, συ­νει­δη­το­ποι­οῦμε ὅτι ἡ πο­λυ­συ­ζη­τη­μένη ἐ­λευ­θε­ρία τὴν ὁ­ποία ὁ κό­σμος ἐ­πι­δι­ώ­κει καὶ ὁ πο­λι­τι­σμὸς προ­βάλ­λει ὡς βασικὸ σύν­θημα εἶ­ναι ἐ­ξω­τε­ρική, σχε­τικὴ καὶ πε­ρι­ο­ρι­σμένη, ἐ­πειδὴ εἴ­μα­στε αἰ­χμά­λω­τοι πε­ρι­στάσεων καὶ συν­θη­κῶν μέσα στὶς ὁ­ποῖες ζοῦμε, τῆς κλη­ρο­νο­μικότη­τας καὶ τῆς ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σίας μας, τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τός μας, ἀλλὰ καὶ ὁ­τι­δή­ποτε ἄλ­λου μᾶς δε­σμεύει καὶ μᾶς ὑ­πο­τάσ­σει σ’ αὐτό. Ἄλ­λω­στε, δὲν πρέ­πει νὰ ξε­χνᾶμε ὅτι δὲν εἴ­μα­στε ἐ­λεύ­θε­ροι στὰ σύ­νορα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θα­νά­του. Κα­νεὶς δὲν μᾶς ρωτᾶ πότε, ποῦ καὶ ἀπὸ ποι­οὺς θὰ ἔρ­θουμε στὴ ζωὴ, ἀλλὰ οὔτε πότε, ποῦ καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ φύ­γουμε ἀπὸ αὐ­τήν.

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἀ­δελ­φοί, μόνο ὅ­ταν θε­λη­μα­τικὰ ἀ­πο­δε­χθοῦμε τὴν κλήση τοῦ Χρι­στοῦ, μπο­ροῦμε νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦμε ἀπὸ κάθε δου­λεία, γιὰ νὰ ζή­σουμε τὴν «ἐ­λευ­θε­ρία τῆς δό­ξης τῶν τέ­κνων τοῦ Θεοῦ». Ἀ­μήν.

Related posts