Αρχική > > ΕΛΛΑΣ > Ελλάδα > Η δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη: μια μελανή σελίδα της ελληνικής ιστορίας

Η δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη: μια μελανή σελίδα της ελληνικής ιστορίας

Στην μακρόχρονη και πλούσια σε γεγονότα ελληνική ιστορία υπάρχουν δυστυχώς και ορισμένες μελανές σελίδες, που επισκιάζουν την κατά τα άλλα ένδοξη πορεία της χώρας και τους αγώνες της για την υπεράσπιση και των εθνικών δι-καίων αλλά και σημαντικών αρχών παγκόσμιας εμβέλειας, όπως η Ελευθερία και η Δημοκρατία. Μια από αυτές τις με-λανές σελίδες είναι και η σύλληψη, φυλάκιση και δίκη του στρατηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του στρατιωτικού ηγέτη και ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Μετά την απελευθέρωση της χώρας και την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους, ο Γέρος του Μοριά επέλεξε να ζήσει λίγο έξω από το Ναύπλιο, σε ένα ταπεινό σπιτάκι κοντά στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, την οποία έχτισε ο ίδιος. Εδώ αποτραβήχτηκε και περνούσε ολομόναχος τις ώρες του ο Γέρος, γιατί μετά τον ερχομό του Όθωνα σκόρπισε όλα τα παλικάρια του. «Πηγαίνετε στο καλό», τους είπε, «και να καθίσετε ήσυχοι στα σπίτια σας. Τώρα που ήρθε ο βασιλιάς θα γνωρίσει τους ανθρώπους και τα πράματα του τόπου μας και θ’ ανταμείψει τον καθένα κατά τις πράξεις του και τη δούλεψή του».

Ωστόσο, αν και πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την εκλογή του Όθωνα, με την έλευση του τελευταίου το 1832, ο Κολοκοτρώνης έγινε στόχος συκοφαντιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων, κυρίως του Ι. Κωλέττη. Επιπλέον, η βαυαρική Αντιβασιλεία (ο Όθων ήταν ακόμη ανήλικος) δυσανασχετούσε έντονα εξαιτίας της φιλοκαποδιστριακής και φιλορωσικής του τοποθέτησης. Γι’ αυτούς τους λόγους, κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και συνελήφθη στις 6 Σε-πτεμβρίου 1833 μαζί με τον Πλαπούτα, τον Τζαβέλα, τον Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς, με την κατηγορία ότι ετοί-μαζαν συνωμοσία για την ανατροπή του ανήλικου βασιλιά, Όθωνα. Ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος βρισκόταν ήδη στην ηλικία των 63 ετών, φυλακίστηκε στο Ναύπλιο και έζησε για εννιά μήνες στα μπουντρούμια μεσαιωνικών φυλακών, στο Παλαμήδι και την Ακροναυπλία. Στις φυλακές είχε μεταχείριση που δεν του είχαν επιφυλάξει ούτε οι Οθωμανοί διώκτες του. Στα απομνημονεύματά του, που διηγήθηκε στον Τερτσέτη, αναφέρει με πόνο: «Μ’ έβαλαν εννέα μήνες φυλάκιση, χωρίς να βλέπω κανέναν εκτός από τον δεσμοφύλακά μου. Δεν ήξερα τόσους μήνες τι γίνεται έξω, ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, ποιον άλλον έχουν φυλακισμένο. Δεν ήξερα γιατί μ’ έχουν φυλακισμένο. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο, να φτιάξουν ψευδομάρτυρες».

Η δίκη του Κολοκοτρώνη ορίστηκε να γίνει στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου, της πρώτης πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Άρχισε στις 16 Απριλίου και τελείωσε στις 26 Μαΐου 1834. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου, εκτός από τον Κολοκοτρώνη, βρέθηκαν ο εξάδελφός του Δημήτριος Πλαπούτας, πρωτεργάτης κι αυτός της Επανάστασης του 1821, ο Κίτσος Τζαβέλας και μερικοί ακόμα αγωνιστές. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπού-τας, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1833, είχαν οργανώσει και είχαν από κοινού κατευθύνει συνομωσία που αποσκο-πούσε να διαταράξει την δημόσια ασφάλεια, να παρασύρει τους υπηκόους του βασιλιά σε εμφύλια διαμάχη και να ανατρέψει την έννομη τάξη. Εισαγγελέας ορίσθηκε ο «φιλέλληνας» Εδουάρδος Μέισον (Mason), αγγλικανός θεολόγος, νομικός και φιλόσοφος, εμπαθής εκπρόσωπος των αγγλικών συμφερόντων, ο οποίος κατηγόρησε με άκαμπτο πείσμα τον Κολοκοτρώνη. Με διάφορα τεχνάσματα προσπάθησε κατά το στάδιο της προανάκρισης να κατασκευάσει ψευδο-μάρτυρες ή να διαστρεβλώσει τις μαρτυρικές καταθέσεις, διακηρύσσοντας ότι είναι ακλόνητα πεπεισμένος για την ενοχή του Κολοκοτρώνη.

Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίστηκε ο Αναστάσιος Πολυζωίδης. Μέλη του δικαστηρίου ήταν οι Γ. Τερτσέτης, Δ. Σούτσος, Α. Βούλγαρης και Φ. Φραγκούλης. Ο Βαυαρός αντιβασιλέας Μάουρερ είχε εκ των προτέρων αποφασίσει την καταδίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Για την ευόδωση των σκοπών του, εκτός από τον Μέισον, χρησιμοποίησε τον υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά. Ωστόσο, από όλες τις δεινές κατηγορίες καμία δεν αποδείχτηκε κατά τρόπο αδιαμ-φισβήτητο. Και αν ακόμη υπήρχαν κάποιες ενδείξεις, έλειπαν τα αδιαφιλονίκητα εκείνα στοιχεία που θα θεμελίωναν την παραπομπή του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, και μάλιστα «επί εσχάτη προδοσία». Οι 44 μάρτυρες κατηγορίας που παρουσιάστηκαν δεν κατέθεσαν στοιχεία που να μη μπορούν να αμφισβητηθούν. Αντίθετα, οι 115 μάρτυρες υπεράσπι-σης που εξετάσθηκαν διέψευσαν τα περισσότερα σημεία της κατηγορίας.

Όταν η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε, ο πρόεδρος Πολυζωίδης κάλεσε το δικαστήριο σε σύσκεψη. Ο Μά-ουρερ ήθελε η σύσκεψη να τελειώσει με συνοπτικές διαδικασίες, όμως ο Πολυζωίδης επέμεινε ότι από τη διαδικασία δεν αποδείχτηκε η ενοχή των κατηγορουμένων. Την ίδια στάση τήρησε και ο Τερτσέτης, ο οποίος υπεραμύνθηκε της αθωότητας του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Ο δικαστής Σούτσος, που ήταν γαμπρός του Σχινά, ψήφισε υπέρ της ενοχής και της καταδίκης των κατηγορουμένων σε θάνατο. Το ίδιο και οι δικαστές Βούλγαρης και Φραγκούλης. Ο υ-πουργός Δικαιοσύνης, Σχινάς, θορυβημένος με την τροπή της υπόθεσης, έσπευσε στο δικαστήριο και απαίτησε τους

δύο διαφωνούντες δικαστές να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη: «Εν ονόματι του βασιλέως σας διατάσσω να υπο-γράψετε την απόφαση». «Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι!», απάντησε ο Πολυζωίδης. «Δεν θα με έχετε συνεργό στον φόνο δύο αθώων ανθρώπων», είπε ψύχραιμα ο Τερτσέτης.

Έξαλλος ο υπουργός Δικαιοσύνης διέταξε τους αστυνομικούς κλητήρες να χρησιμοποιήσουν τις ξιφολόγχες για να σύρουν τους δύο νομικούς στην αίθουσα του δικαστηρίου. Οι χωροφύλακες εκτελούν την εντολή, τους χτυπούν, τους σκίζουν τα ρούχα. Την απόφαση διάβασε ο Σούτσος, ενώ ο Πολυζωίδης κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του. Η ποινή για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα ήταν θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών. Στο άκου-σμά της, το ακροατήριο έμεινε άναυδο. Ο Γέρος, σαν άκουσε την απόφαση, σταυροκοπήθηκε με απορία και είπε: «Κύριε Ελέησον! Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθῃς εν τη βασιλεία σου….». Ύστερα, είπε προς τους παρευρισκόμενους που έσπευσαν να τον παρηγορήσουν: «Αντίκρισα τόσες φορές τον θάνατο και δεν τον φοβήθηκα. Ούτε και τώρα τον φοβά-μαι». «Άδικα σε σκοτώνουν στρατηγέ…», ψιθύρισε στον Κολοκοτρώνη ένα από τα παλικάρια του. Η ιστορία δεν έγραψε το όνομά του. Όμως κατέγραψε την απάντηση που έδωσε ο αγέρωχος οπλαρχηγός: «Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα να σε σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια!».

Η απόφαση προκάλεσε μεγάλο σάλο. Λίγες ώρες αργότερα, η βαυαρική Αντιβασιλεία υποχρεώθηκε να μετατρέψει την ποινή σε κάθειρξη 20 ετών. Όταν το άκουσε ο Κολοκοτρώνης, είπε πάλι τον ευτράπελο λόγο του: «Θα τον γελάσω τον βασιλιά, δεν θα ζήσω τόσους χρόνους». Την άλλη μέρα ανέβασαν τους καταδικασθέντες στρατηγούς στο Παλαμήδι, εκεί όπου για έντεκα ακόμα μήνες έζησαν σε συνθήκες διαβίωσης, που θα ταίριαζαν μόνο σε κακούργους. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του ο Κολοκοτρώνης αρρώστησε βαριά και, χωρίς καμία περίθαλψη, κινδύνεψε να πεθάνει. Τελικά, έλαβε χάρη μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, τον Μάιο του 1835.

Αποκαμωμένος και εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες κράτησης και την ταπείνωση, ο Κολοκοτρώνης κατέφυγε στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπου, παρά τις τιμές που του αποδόθηκαν, πέθανε πικραμένος στις 4 Φεβρουαρίου του 1843. Λίγο πριν πεθάνει, συγχώρησε ακόμη και τον υπουργό Δικαιοσύνης που ήθελε την καταδίκη του…Θύμα των εγχώριων παθών και των απροσχημάτιστων παρεμβάσεων των ξένων δυνάμεων, ο ήρωας που συνέ-βαλε τα μέγιστα στον Αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας από τον οθωμανικό ζυγό θα υποστεί την έσχατη τα-πείνωση στη δύση της ζωής του. Αυτή ήταν, δυστυχώς, η μοίρα που επιφύλαξαν στο Γέρο του Μοριά οι ξένοι παράγοντες και οι ντόπιοι υπηρέτες τους, οι οποίοι δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να δουν την Ελλάδα να γίνεται ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος μετά την απελευθέρωσή της.

Σεραφείμ Μυλωνάς

φιλόλογος – έφεδρος αξιωματικός

Ενδεικτική βιβλιογραφία

1. Κανδηλώρος Τ., Η δίκη του Κολοκοτρώνη, εκδόσεις Δρόμων, 2012.

2. Κολοκοτρώνης Θ., Απομνημονεύματα, εκδόσεις Μέρμηγκας, 1997.

3. Ξεπαπαδάκος Α., Η δίκη του Κολοκοτρώνη, εκδόσεις Δίφρος, 1963.

4. Πολυζωίδης Α., Η δίκη των Κολοκοτρώνη – Πλαπούτα, εκδόσεις Πελεκάνος, 2009.

5. Φωτιάδης Δ., Κολοκοτρώνης, εκδόσεις Κυψέλη, 1997.

Related posts